Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

μωρομάντιλα

Μωρομάντιλα όλων των χρωμάτων και αρωμάτων στο 1 ευρώ. 
Μωρομάντιλα που συντηρούν οικογένειες αλλοεθνών μεταναστών στο κέντρο.
Μωρομάντιλα που περιμένουν στις σκονισμένες βιτρίνες της Αχαρνών.
Μωρομάντιλα που θες να τα αγοράσεις όλα - κάνουν και για όλες τις δουλειές, εδώ που τα λέμε.
Μωρομάντιλα που δεν μετακινούν από τη θέση τους, ούτε ανοίγουν ποτέ οι μαγαζάτορες.
''Έχετε τόσα πολλά μωρομάντιλα!'' είπα όλο θαυμασμό πριν λίγη ώρα στη γυναίκα από το Μπαγκλαντές.
''Δεν κάνουν για μας'' μου απάντησε σε καλά ελληνικά, ''τσούζουν στα μάτια και δε μπορούν να σκουπίσουν τα δάκρυα''.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

βιβλία - βιβλία - βιβλία

Τον καιρό αυτό διαβάζω τρία καινούργια βιβλία, προερχόμενα από διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, για τα οποία αξίζει πιστεύω να κάνω μία παρουσίαση: Αναφέρομαι στα αφηγήματα της Έλενας Φάκου υπό τον γενικό τίτλο Kink Motel (εκδόσεις CaptainBook.gr), στην ποιητική συλλογή Δεν θυμάμαι, ξέχασα (εκδόσεις Πανοπτικόν) του Άγγελου Ευθυμιάδη και στο θεατρικό Για την Ελένη (εκδόσεις Σοκόλη) του Μάνου Καρατζογιάννη. Την Φάκου τη γνώριζα ως συντάκτρια της διαδικτυακής popaganda και μάλιστα είχε πάρει συνέντευξη από την Εύα Κουμαριανού για το έργο Την λένε Εύα. Τον Ευθυμιάδη, αν και φίλοι στο facebook, δεν τον ήξερα καθόλου ώσπου ο ίδιος πέρασε από το ξενοδοχείο μου, πρόσφατα που βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, για να μου αφήσει την ποιητική συλλογή του. Είχε προηγηθεί φυσικά η γνώμη του συντοπίτη του, Τέλλου Φίλη, που μου είχε μιλήσει με τα θερμότερα λόγια για την ποίηση του. Τέλος, με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Καρατζογιάννη είμαστε φίλοι εδώ και χρόνια, τρέχοντας ο ένας στις δουλειές του άλλου ως δείγμα αλληλοεκτίμησης και...support. Ας πιάσουμε καταρχάς το Kink Motel, το βιβλίο της Φάκου: Εύστοχος ο τίτλος! Και παιγνιώδης θα πρόσθετα, εφόσον αν λεγόταν Kinky Motel ενδεχομένως να χανόταν το μυστήριο! Διότι αυτό που κυριαρχεί στα αφηγήματα της Φάκου και στα παθήματα της ηρωίδας της είναι το στοιχείο του λεγόμενου Kinky, υπό την έννοια όμως της απόλυτης απενοχοποίησης του σεξ, του εμπορευματοποιημένου κιόλας, καθώς και των ανθρώπινων παθών - αδυναμιών πάντα εν ώρα σεξ. Τίποτα δε με σόκαρε στις ιστορίες του βιβλίου, ούτε και τα πιο περίεργα βίτσια των πελατών του μπουρδέλου στο Άμστερνταμ, όπου υποτίθεται ότι εργάζεται η νεαρή ηρωίδα Αλίκη. Δηλαδή, να το πω κι αλλιώς, ένα χρόνο τώρα στενής παρέας με την Κουμαριανού, φαντάζεται κανείς τι θα έχουν ακούσει τα αυτάκια μου για πληρωμένο σεξ και ιστορίες της νύχτας και της πιάτσας. Ωστόσο, σκοπός της Φάκου δεν είναι να σοκάρει. Κάθε άλλο, θα έλεγα. Από τις 20 σύντομες ιστορίες του Kink Motel, παρελαύνουν ένα σωρό περιθωριακοί τύποι με την Αλίκη κάπου να συμμετέχει, αλλά κάπου και να κρατάει αποστάσεις ασφαλείας. Σε διαφορετική περίπτωση, δε θα είχαμε λογοτεχνία, αλλά πιασάρικο πικάντικο ρεπορτάζ. Εδώ τα πάντα θυμίζουν παιδικές ιστορίες αυστηρώς ακατάλληλες για παιδιά με τη συγγραφέα να αγαπάει τόσο την ηρωίδα της, όσο και το λούμπεν προλεταριάτο: Μεταξύ άλλων, έναν μοναχικό ηλικιωμένο, μία έγχρωμη τρανς, μία μικροσκοπική κοπρολάγνα Γιαπωνέζα, ένα υποτακτικό αγόρι, έναν άλλο ηλικιωμένο που περιμένει το θάνατο του, έναν άστεγο, ένα νταβατζή, έναν αλμπίνο με αλφισμό και πελάτες ουρολάγνους. Ξεχώρισα την ιστορία με τίτλο Ο Νάνος: Την αγαπώ, γιατί όταν την αγκαλιάζω, μπορώ κι ακούω την καρδιά της...γράφει το σημείωμα που αφήνει ο νάνος πελάτης του πορνείου στην Αλίκη μαζί με το προσκλητήριο του γάμου του με μία κοπέλα νάνο! Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Έλενας Φάκου είναι μια συλλογή τολμηρών παραμυθιών γύρω από τις εναλλακτικές σεξουαλικές συμπεριφορές και το σεβασμό στη διαφορετικότητα. Μια σειρά ευφάνταστων αφηγημάτων που προσπαθούν να κατανοήσουν και εν τέλει να αγκαλιάσουν την ανθρώπινη φύση. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από τη χριστιανική θρησκεία, αν κι αυτό δεν είναι της παρούσης.
Το βιβλίο Δεν θυμάμαι, ξέχασα (εξαιρετικός τίτλος) είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του 30χρονου Θεσσαλονικιού ποιητή Άγγελου Ευθυμιάδη. Το πρώτο κιόλας ποίημα είναι κανονικοί στίχοι, έτοιμοι να μελοποιηθούν από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ή τον Γιάννη Αγγελάκα. Δεν αναφέρω τυχαία τα ονόματα αυτά, καθώς ένα ροκ πεισιθανάτιο πνεύμα είναι διάχυτο στη γραφή του Ευθυμιάδη, όπως λόγου χάριν συμβαίνει με τη μεγάλη ποιητική σύνθεση Γι' αυτό σου λέω. Πρόσεχε τον..., η οποία με παρέπεμψε στους απολογισμούς ζωής της Κατερίνας Γώγου στα ποιήματα της. Κατά βάση, η ποίηση του Ευθυμιάδη είναι πεζογραφική και υπερευαίσθητη. Αν κάτι τον απασχολεί είναι διαρκώς η μνήμη, μια μνήμη που πέρασε, πόνεσε κι ακόμη πονάει σε συνάρτηση με τις μονίμως δοκιμαζόμενες ανθρώπινες σχέσεις και την ουσιαστική ματαιότητα των πάντων γύρω του/μας. Κι εκεί, προς το τέλος του βιβλίου, τέσσερα - πέντε ποιήματα - βινιέτες να φανερώνουν πως η ποίηση είναι για τον Ευθυμιάδη εντελώς ψυχοχειρουργική, ψυχαναλυτική και ενδεχομένως ψυχοθεραπευτική. Αυτός θα ξέρει καλύτερα, εγώ απλά παραθέτω δύο απ' αυτά τα μικρά μεγάλα ποιήματα: Δεν κινδυνεύω στα βαθιά, πνίγομαι με ευκολία και στα ρηχά...Συγγενεύουμε καλέ μου άνθρωπε και δεν αγαπιόμαστε κι εγώ όπως κι εσύ δε το αντέχουμε αυτό. Ανακαλύψτε, λοιπόν, αυτόν τον καινούργιο ποιητή από τη συμπρωτεύουσα!
Στο θεατρικό έργο του, Για την Ελένη, που πρωτοπαρουσιάστηκε τον περασμένο Απρίλιο από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και που πολύ πρόσφατα εκδόθηκε σε βιβλίο, ο Μάνος Καρατζογιάννης αντλεί την έμπνευση του από τα έργα και τις ημέρες της ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη. Από την τραγική ιστορία της επίσης, εφόσον ως γνωστόν η σπουδαία ηθοποιός και αντισυμβατική - για τα μέτρα της εποχής της - προσωπικότητα, εκτελέστηκε στα Δεκεμβριανά από την Εθνική Πολιτοφυλακή, στις 21 Δεκεμβρίου του 1944. Στο εξώφυλλο του βιβλίου βλέπουμε την εξαιρετική ηθοποιό Μαρία Κίτσου, η οποία ενσάρκωσε την Ελένη Παπαδάκη, ενώ στα credits του θεατρικού, που συνοδεύουν την έκδοση, βλέπουμε και το όνομα του ηθοποιού Σπύρου Κυριαζόπουλου στο ρόλο του νεαρού εκτελεστή της. Δεν έχει νόημα να γράψω οποιαδήποτε κριτική στο έργο του Καρατζογιάννη, τη στιγμή που δεν αξιώθηκα να δω την παράσταση (θα παίζεται για λίγο καιρό ακόμη στο θέατρο TempusVerum - Εν Αθήναις). Αυτό που μπορώ όμως να πω, κρατώντας στα χέρια μου το βιβλίο του, είναι πως δεν πρόκειται για ένα απλό θεατρικό πλούσιο πρόγραμμα, αλλά για μία απόλυτα λογοτεχνική έκδοση με το εισαγωγικό κείμενο του Άκη Δήμου, ένα απόσπασμα από τη Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον του Μπρόντσκι, το έργο καθ'αυτό, το σημείωμα του σκηνοθέτη - συγγραφέα, καθώς και τα βιογραφικά όλων των συντελεστών της παράστασης. Σίγουρα θα επανέλθω έχοντας δει πια το Για την Ελένη στο θέατρο!

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

μπαλάντα της οδού Σατωβριάνδου

Νομίζω πως η πιο λούμπεν διαδρομή που μπορεί να κάνει κανείς ποδαράτος είναι αυτή που κάνω εγώ κάθε φορά από το νέο μου διαμέρισμα μεταξύ πλατείας Βικτωρίας και Αγίου Παντελεήμονα προς το θέατρο Αγγέλων Βήμα στην Ομόνοια: Περνάς την Αχαρνών με τα δεκάδες μικρομάγαζα των Πακιστανών που πουλάνε από λαμπτήρες μέχρι αφρόλουτρα, πέφτεις πάνω σε παρηκμασμένα σουβλατζίδικα και καφενεία με ασθενικές λιμασμένες φάτσες και ανεβαίνεις τη Σωκράτους. Την παλιά Σωκράτους που έλεγε και το τραγούδι του Καλδάρα με τις πουτάνες, τους νταβατζήδες και τα πρεζάκια σε πλήρη αρμονία. Έχουν μια δική τους έννομη τάξη οι απόκληροι που κανένας και τίποτα δε μπορεί να τη διασαλεύσει - για την ακρίβεια, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι είτε να γυρίσει με αποστροφή το κεφάλι του, είτε να περάσει ανάμεσα τους ''σφυρίζοντας'' αδιάφορα. Δε συμβαίνει το ίδιο κόβοντας δεξιά στη Σατωβριάνδου με το εξελληνισμένο γαλλικό όνομα που ακούγεται σαν παρωδία, σαν ατάκα της Μαντάμ Σουσού του Ψαθά. Σατωβριάνδου λες και γεμίζει το στόμα σου! Ούτε στ' ανάκτορα του Λούβρου τέτοιο λεκτικό πρεστίζ...Απόψε κάνοντας ακριβώς την κίνηση αυτή, στρίβοντας δηλαδή στη Σατωβριάνδου για να κατευθυνθώ προς το θέατρο, μια μπόχα με θέρισε. Σκατά και εμετός μαζί που έκαναν το μακρύ αυτό δρόμο να μοιάζει με ένα απέραντο δημόσιο ουρητήριο. Απέναντι μου δύο μετανάστες πλακώνονταν. Άγρια, όμως, πολύ άγρια! Ο ένας είχε βάλει κάτω τον άλλο και τον χτυπούσε με ένα λοστάρι. Βρίζονταν στην ολότελα ακαταλαβίστικη γλώσσα τους. Μάλλον ινδικά μιλούσαν, αφού ανέκαθεν η γρήγορη εκφορά των ινδικών μου θύμιζε κρουστά. Ποιος ξέρει για ποιο λόγο οι δύο αυτοί κακομοίρηδες μάλωναν και σε τέτοιο σημείο μάλιστα. Δε σκέφτηκα να τους χωρίσω, τό'χω ξαναπεί, ποτέ δε χωρίζω ανθρώπους που τσακώνονται, θά'χουν τους λόγους τους κι αυτοί μόνο ξέρουν, μοιραία ωστόσο το βλέμμα μου κινήθηκε προς το καφενείο απέναντι τους, στη δική μου πλευρά. Ποιος Φελίνι και ποιος Μπουνιουέλ! Ένα σμάρι εκδιδόμενων τρανς περίμεναν απ' έξω απ' το καφενείο, το γεμάτο Άραβες που κάπνιζαν αργιλέδες. Δεν ήταν οι τρανς με την εικόνα που ξέρουμε. Δύο απ' αυτές κάρφωναν την ένεση με το λάστιχο στο μπράτσο. Μία άλλη γελούσε υστερικά με τους ξένους που δέρνονταν και τα λειψά δόντια φαίνονταν μέσα από το ανοιχτό στόμα της. Ξέχασα τη δουλειά μου, κοντοστάθηκα και χάζευα το αλλοπρόσαλλο αυτό σκηνικό δίχως κανείς να μου δίνει σημασία. Υπήρχαν και καμιά δυο άλλες, τραβεστί αυτές, με έντονα βαμμένα πρόσωπα και αποκριάτικες περούκες. Ένας μαυριδερός τυπάς, νταβατζής προφανώς, πετάχτηκε από το καφενείο με τέτοια φόρα που κόντεψε να με παρασύρει, όρμηξε πάνω στη μία τραβεστί και της έβγαλε την περούκα, βρίζοντας στα ελληνικά αυτή τη φορά...Έπρεπε να φύγω, δεν είχα πολλή ώρα για την παράσταση. Πετάχτηκα στο απέναντι πεζοδρόμιο, πήρα μια κόκα - κόλα από το ψιλικατζίδικο, ο Πακιστανός πρόθυμα μού χάλασε το εικοσάευρω και κατηφόρισα γρήγορα - γρήγορα προς το θέατρο.
Όταν τελείωσε η παράσταση, προθυμοποιήθηκα να συνοδεύσω την Κουμαριανού μέχρι να βρει ταξί. Μας αρέσει να περπατάμε κάθε φορα με την Εύα και να κουβεντιάζουμε, να κάνουμε αποτίμηση του τι έγινε πάλι στο θέατρο με το έργο. Απόψε, όμως, είχα σκιαχτεί με το όλο σκηνικό που περιέγραψα πιο πάνω. Μου βγήκε μια τάση να προστατεύσω την Εύα - πόσο γελοίο ακούγεται - την Εύα, πού'χει φάει το πεζοδρόμιο με το κουτάλι. ''Μην πας από κει'' της είπα ''και στην πέσουν τα πρεζάκια''. Με κοίταξε η Εύα καλά - καλά. ''Μα τι λες'' μου απάντησε με την απορία του κόσμου όλου, ''τι να μου κάνουν εμένα όλοι αυτοί; Δεν έχεις καταλάβει πως νταλαβερίζεσαι με έναν άνθρωπο της νύχτας;'' Δεν αντέδρασα. ''Σ' αγαπάω, Εύα'' της είπα μόνο, την έβαλα στο ταξί κι ακόμα θυμάμαι τα μάτια της κάτω από το βαρύ μέικ απ που με κοιτούσαν με την ίδια απορία...

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

η κατά Γιάννη Λασπιά πετυχημένη φανταστική συνεύρεση της Camille Claudel με την Constance Pascal στο θέατρο Vault

Στο θέατρο Vault του Μεταξουργείου παίζεται μία ιδιαίτερη παράσταση αυτόν τον καιρό, προϊόν εμπνευσμένης μυθοπλασίας του ηθοποιού, σκηνοθέτη, συγγραφέα και φίλου, Γιάννη Λασπιά. Να πω καταρχάς ότι με ενθουσιάζουν οι μυθοπλασίες εν είδει θεατροποίησης και για να μην ''πάω'' πολύ μακριά, θα θυμηθώ εκείνο το ντοκιμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, το οποίο βασιζόταν στη φανταστική συνεύρεση του Πορτογάλου Fernando Pessoa με τον δικό μας Κ. Π. Καβάφη. Εδώ τι έχουμε όμως; Την επίσης φανταστική συνεύρεση της μεγάλης γλύπτριας Camille Claudel με την πρώτη γυναίκα ψυχίταρο Constance Pascal! Πανέξυπνο το εύρημα του Λασπιά αν υποτεθεί πως οι δύο αυτές γυναίκες υπήρξαν καινοτόμες στον καιρό τους και μάλιστα είχαν κοινά χαρακτηριστικά. Για να μην αναλωθώ στην παράθεση των βιογραφικών τους, καλύτερα να περιγράψω τι βλέπει ο θεατής της 70λεπτης παράστασης με τον τίτλο Camille Claudel: Mudness (σημειώστε πως το έργο παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία πριν τρία χρόνια στο θέατρο Αγγέλων Βήμα)!
Η Camille Claudel βρίσκεται έγκλειστη από την οικογένεια της και παρά τη θέληση της στο ψυχιατρείο. Είναι φαινομενικά απροσάρμοστη, διπολική σχεδόν, με βίαιες εξάρσεις, που κάνουν αδύνατη την επικοινωνία της με τους άλλους. Το φράγμα αυτό επιχειρεί να σπάσει μέσα από μια σειρά συναντήσεων μαζί της η Constance  Pascal, Ρουμάνα μετανάστρια στη Γαλλία και ψυχίατρος. Σύντομα, όσο η σχέση τους εξελίσσεται και ξεφεύγει από τα όρια γιατρού και ασθενή, η κατάσταση της Claudel βελτιώνεται, συνειδητοποιώντας - μαζί με τους θεατές - πως οι τροχιές τους δεν διασταυρώθηκαν τυχαία. Είναι στην πραγματικότητα δύο γυναίκες επαναστάτριες που τα βάζουν φύσει και θέσει με μία ολόκληρη φαλλοκρατική κοινωνία, η οποία θέλει τις ομόφυλές τους αποκλειστικά ως μάνες, συζύγους και τίποτα άλλο: Η Claudel δια της τέχνης, η Pascal δια της επιστήμης. Μοιραία είναι διαφορετικές, αντικομφορμίστριες και η οικειότητα που αναπτύσσεται μεταξύ τους είναι έως και αναμενόμενη. Χωρίς ο θεατής να παίρνει πληροφορίες για τη συνέχεια τους (ειδικά της Claudel που πέρασε τριάντα ολόκληρα χρόνια στο τρελοκομείο), αντιλαμβάνεται πόσο βυθισμένη μέσα στο ψεύδος και την αγωνία υπήρξε η ζωή της Pascal και σ' αυτό ακριβώς μένει ο σκηνοθέτης. Σε ένα δυνατό ψυχογράφημα με την όποια εξέλιξη του μύθου να έχει δευτερεύουσα σημασία για τους αποδέκτες των μηνυμάτων του.
Ο Λασπιάς έχει μελετήσει αρκετά τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, γι' αυτό και το έργο του διαθέτει μία ήρεμη στοχαστική δύναμη. Οι ισορροπίες είναι καλά διατηρημένες, τόσο με το λιτό και απέριττο σκηνικό του Παντελή Ξηροχειμώνα, τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα και τους φωτισμούς της έμπειρης Κατερίνας Μαραγκουδάκη, όσο και με τις μουσικές συνθέσεις του Αλέξανδρου Βούλγαρη (The Boy) που καταφέρνουν σε κάποια σημεία να αποτυπώσουν το ψυχωτικό παραλήρημα της Claudel. Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο ωστόσο είναι η σκηνική οικονομία με το καλοσχεδιασμένο timing της παράστασης. Καμία ''κοιλιά'' (μην το γελάς, έχουμε δει παραστάσεις που λόγω κακής σκηνοθεσίας θες να την κάνεις στο πρώτο 10λεπτο), κανένας στόμφος (αντιθέτως, καμία ατάκα δεν πέφτει στο πάτωμα) και κανένα επιμέρους στοιχείο επιτηδευμένο. Οι χαρακτήρες των δύο γυναικών είναι σχεδιασμένοι έτσι ούτως ώστε να ξεπερνάνε τον σκόπελο του ''ψεύδους'' της μυθοπλασίας, του ''κατασκευασμένου'' δηλαδή, αγγίζοντας τον απόλυτο ρεαλισμό! Πόσω μάλλον σαν γνωρίζει κανείς ότι η Claudel και η Pascal έδρασαν την ίδια χρονική περίοδο στον ίδιο τόπο κι ας μην έλαχε να συναντηθούν ποτέ. Δάφνη Μανούσου και Στέλλα Μπούρου εξαιρετικές αμφότερες. Νευρωτική η πρώτη, πιο πράα η δεύτερη, μέχρι να ενωθούν στην ουσία και να διεκδικήσουν το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και επιλογή. Κι αν υποτεθεί πως τα πάντα είναι θέμα επιλογής στη ζωή αυτή, το ερώτημα είναι ένα που παίρνει μαζί του ο θεατής μετά το τέλος της παράστασης: Πόση δύναμη χρειάζεται να αγιοποιηθείς τελικά - ή, σωστότερα, να φτάσεις τα επίπεδα θέωσης - ερχόμενος σε σύγκρουση με ένα ολόκληρο κοινωνικό - κρατικό σύστημα; Πόσα κότσια χρειάζονται για να πληρώσεις το βαρύ τίμημα μιας διαφορετικότητας; Να πάτε να τη δείτε αυτή την παράσταση! Κάθε Σάββατο και Κυριακή στο θέατρο Vault (Μελενίκου 26, Γκάζι), στις 19.15 και 21.15 αντιστοίχως. Τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ (κανονικό) και 5 ευρώ (μειωμένο). Τηλέφωνα κρατήσεων: 213-0356472 και 6949/ 534889.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

κριτική στο cd/dvd ''no exit'' της marianne faithfull

 
 
Η αφιέρωση που μου έγραψε η Marianne Faithfull στο σπίτι της, σε ένα κομμάτι χαρτί. 25.10.2016
Η έκδοση αυτή ήταν και η αφορμή για να πάρω τη συνέντευξη από τη Marianne Faithfull, όπως αναρτήθηκε στον ιστότοπο της LIFO. Χορταστική έκδοση, ομολογουμένως, που περιέχει ένα δίωρο DVD + CD με ζωντανές ηχογραφήσεις από την περιοδεία της στην Ευρώπη (την Ουγγαρία το 2014 και την Αγγλία το 2016, εν προκειμένω). Ωστόσο, δε μπορεί να κριθεί ως νέο άλμπουμ, εφόσον περιέχει μόνο τα στάνταρ του ρεπερτορίου της (Sister Morphine, As tears go by, The ballad of Lucy Jordan) συν κομμάτια από το τελευταίο της στούντιο άλμπουμ, το ''Give my love to London'' (Love more or less, Late Victorian Holocaust, Mother Wolf) κλπ. Αυτά σε ότι αφορά το CD. Διότι στο DVD η Faithfull ερμηνεύει και κάποια απρόβλεπτα κομμάτια, σαν το ''It' s all over now baby blue'' του Νομπελίστα φίλου της, Bob Dylan ή το μάλλον ξεχασμένο, αριστουργηματικό ''Who will take my dreams away'' του Angelo Badalamenti. Θα σταθώ αρχικά στο ένθετο της έκδοσης. Η Faithfull κάνει σχόλια για όλους τους μουσικούς που τη συνοδεύουν, εκθειάζοντας ακόμη και την ενδυματολογία τους: Johnny smart dressed γράφει κάτω από τη φωτογραφία του μπασίστα Johnny Bridgewood, ενώ για τον πιανίστα της, Ed Harcourt, σημειώνει: I love him, as he's very funny as well as being very good. Όταν μάλιστα επιθυμεί να γράψει και κάτι για την Ουγγαρία, τον τόπο απ' όπου και το μεγαλύτερο μέρος του DVD, επιστρατεύει τις ρίζες της: I love Hungary as my mother was born in Budapest! Στο δια ταύτα τώρα, το intro του CD είναι ένας σύντομος φόρος τιμής στο folk κλίμα, με το οποίο η καλλιτέχνιδα πρωτοσυστήθηκε στα mid – 60s. Δυναμικό μπάσιμο στο ηλεκτρικό κλίμα της συναυλίας με το ''Falling back'', προϊόν της συνεργασίας της Faithfull με την Anna Calvi, αλλά και με το ''The price of love'' που μπλουζάρει άγρια. Ακολουθεί η όμορφη μπαλάντα ''Love more or less'', που εκφράζει απ' την άποψη των στίχων τη Faithfull περισσότερο απ' τα άλλα τραγούδια της (κατά δήλωση της ίδιας) κι έπειτα μπαίνει το οριακό ''As tears go by'' των Rolling Stones, όσο κι αν η Marianne έχει κουραστεί να το λέει live – πάντως το λέει και το ηχογραφεί κιόλας για πολλοστή φορά!  Οι αντιδράσεις των φαν αποτυπώνονται στο έπακρο, καθώς τη σιγοντάρουν στο τέλος του τραγουδιού! Το ''Mother Wolf'' σε μουσική της Faithfull και σε στίχους του πολυπράγμονα Patrick Leonard είναι ένα καταπληκτικό τραγούδι, από τα πιο πρόσφατα στην πορεία της, που φλερτάρει με το punk και που εδώ δεν υστερεί σε τίποτα από τη στουντιακή του ηχογράφηση. Το ''Sister Morphine'' δε θα μπορούσε να απουσιάζει! Είναι το κομμάτι που γράφτηκε στα τέλη των ψυχεδελικών 60s και που έφερε κάποτε σε δικαστική διαμάχη τη Faithfull με τους Rolling Stones για την πατρότητα του. Ωστόσο, παρόλο που η Faithfull στη συνέντευξη της αποσύνδεσε το τραγούδι από τη μυθολογία των drugs, εδώ το προλογίζει σαν ένα Junkie' s must! Συγκλονιστική κι αυτή η εκτέλεση μέσα από τα εσώψυχα της Marianne Faithfull. Μόνο εκείνη ξέρει πόσο την έχουν στοιχειώσει τα εξοντωτικά drugs εδώ και τόσες δεκαετίες που λέει το συγκεκριμένο τραγούδι στις συναυλίες της! Η μπάντα τα σπάει κυριολεκτικά! Στο ίδιο μαύρο κλίμα και τα επόμενα δύο κομμάτια από το άλμπουμ ''Give my love to London'', το ''Late Victorian Holocaust'' και το ''Sparrows will sing'', πολύτιμα δώρα των φίλων της, Nick Cave και Roger Waters αντιστοίχως. Το CD κλείνει με το ''The ballad of Lucy Jordan'' που της χάρισε μια φορά κι ένα καιρό ο τραγουδοποιός Shel Silverstein για το θρυλικό ''Broken english''. Άλλη μια ωραία εκτέλεση με έντονες ρυθμολογικές διακυμάνσεις. Σε ότι αφορά το DVD έχει ήδη κυκλοφορήσει ολόκληρο στο YouTube, περιορίζοντας έτσι τούτη την έκδοση στους σκληροπυρηνικούς φαν της Faithfull. Η ίδια εμφανίζεται επί σκηνής καθιστή την περισσότερη ώρα και με μπαστούνι ύστερα από το χειρουργείο στο ισχίο της, στο οποίο υποβλήθηκε στην Ελλάδα πριν από λίγα χρόνια. Καλοντυμένη, κεφάτη, μία κομψή κυρία πια που έχει αναπτύξει καθαρά ερωτική σχέση με τον κόσμο. ''Έχω καλά νέα για μένα'' πληροφορεί σε μια άλλη στιγμή το κοινό της. ''Έκοψα το τσιγάρο και άρχισα το ηλεκτρονικό'' λέει και τραβάει μερικές τζούρες. Μου αρέσει που δεν αφαιρέθηκαν στο μοντάζ για την έκδοση, η φάση που της πέφτει το ηλεκτρονικό τσιγάρο και το ψάχνει, όπως και το νεύμα προς τον μουσικό της όλο αμηχανία για την ώρα που πρέπει να ''μπει'' στο τραγούδι. Παρ' όλα αυτά δε μπορώ να μη σταθώ στις αναφορές της στον προηγούμενο έκλυτο βίο της και στη λέξη ''fuck'' που την ξεστομίζει συνέχεια – είναι να απορείς έτσι γιατί ενοχλήθηκε από το δικό μου/ δικό της ''fucked up'' σε μία συνέντευξη! Υπέροχη και η ιστορία που μαθαίνουμε από τα χείλη της για το πώς γράφτηκε το κομμάτι ''Last song'': ''Είχαμε μεθύσει ένα βράδυ με τον Damon Albarn και δε νιώθω περήφανη γι' αυτό'' θυμάται η Faithfull, ''αλλά έτσι γράψαμε μαζί ένα τραγούδι, το οποίο φυσικά δεν θυμόμασταν όταν ξυπνήσαμε το πρωί. Κάποιος όμως μας είχε ηχογραφήσει. Το ξανάκουσα και είπα ότι αυτό είναι πραγματικά ένα καλό τραγούδι''! Εν κατακλείδι, η Marianne Faithfull έχει μεγαλώσει. Δεν είναι το δροσερό κορίτσι του swinging London, ούτε η new wave Ιέρεια του ''Broken English''. Είναι μία 69χρονη γυναίκα με άσβεστο το καλλιτεχνικό πάθος και τη δίψα για την επαφή με το κοινό της, καθώς και με την ευχέρεια να συνθέτει η ίδια ή να ερμηνεύει σημαντικά τραγούδια άλλων δημιουργών. Η φωνή της έχει αλλάξει κι άλλο. Λογικό. Η Marianne Faithfull του 2016 ακούγεται σαν τον θηλυκό Tom Waits με την ψυχή της να το λέει, όμως, ακόμη κι αν βγαίνει από ένα μπαρουτοκαπνισμένο λαρύγγι. Θα το ήθελα μεγαλύτερο σε διάρκεια το CD της, αλλά κατανοώ πως τη μερίδα του λέοντος στην έκδοση καταλαμβάνει το DVD. Πως να χωρέσουν ή, σωστότερα, πως να εκφραστεί μισός αιώνας καριέρας μέσα από δέκα μόνο τραγούδια, έξι απ' τα οποία προέρχονται από το τελευταίο στούντιο άλμπουμ της; Με εντυπωσίασε, τέλος, το γεγονός της έκδοσης ενός DVD/ CD για τα 50 χρόνια της στο τραγούδι. Θυμάμαι, βλέπεις, πριν από δύο χρόνια που υπόγραφα τα κείμενα για την έκδοση των 50 χρόνων της δικιάς μας Μαρίας Φαραντούρη πάλι σε DVD με διπλό CD. Ως φαίνεται, οι μεγάλες κυρίες του τραγουδιού κάτι έχουν με τα επετειακά DVD. Σα να θέλουν να ξεπεράσουν τον αμείλικτο χρόνο που τις περιμένει πάντα στη γωνία με οπτικοακουστικά ντοκουμέντα από το 1960 και το '70, προσβάσιμα πια στον καθένα. Ή, όπως εύστοχα μού έγραψε η τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια Αφροδίτη Μάνου, σχολιάζοντας τον επίλογο της συνέντευξης της Faithfull: ''Αν εσύ ήθελες μία φορά να ξαναδείς εκείνο το κορίτσι των 60s, η Marianne – νά'σαι σίγουρος – θα τό'θελε χίλιες φορές''...

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

ο_ΤζΙΜΗς_πΑνούΣΗΣ_ΣΤο_σηΜΕρινΌ_DowNTowN

Η μεγάλη συνέντευξη του Τζίμη Πανούση στο σημερινό Downtown. Αφορμή ήταν οι επικείμενες παραστάσεις του τραγουδοποιού, ερμηνευτή και performer στο κέντρο Can - Can!

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

αναδρομικό_post_του_νοέμβρη

Νομίζω πως η παρούσα φάση που περνάω είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια, τόσο ώστε ν' απορώ πως τα προλαβαίνω όλα: Ταξίδια, συνεντεύξεις, θέατρο, εκδηλώσεις κλπ. Βασικά δεν μού'χε ξανασυμβεί να ταξιδέψω μέσα σε 15 μέρες σε τρεις χώρες: Μιλάω για τον περασμένο Οκτώβρη, όπου πήγα πρώτα Ρωσία με τη μικρού μήκους ταινία ''Γράμματα στη Γερμανία'', μετά στη Λεμεσό για το διεθνές φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Κύπρου (πάλι με τα ''Γράμματα στη Γερμανία'') και στο καπάκι Παρίσι για τη μάλλον επεισοδιακή συνέντευξη με τη Marianne Faithfull στο σπίτι της. Κι εκεί που έλεγα να κουλάρω λίγο, άρχισαν οι περιοδείες με την παράσταση ''Την λένε Εύα'' πρώτα από τη Θεσσαλονίκη. Δώσαμε δύο παραστάσεις στο θέατρο Αυλαία με μεγάλη επιτυχία το περασμένο διήμερο, 13 και 14 Νοεμβρίου. Η φώτο που τράβηξε ο φίλος Γιώργος Τσιτιρίδης είναι από το φουαγέ του θεάτρου και το q & a με το κοινό, που διοργάνωσε το site kulturosupa. Δε μπορώ να πω, καλά ήταν, μας ξεθέωσαν στις ερωτήσεις και μένα και το Ευάκι!
Ένα 24ωρο βέβαια πριν αναχωρήσω για Θεσσαλονίκη, επισκέφτηκα για πρώτη φορά τον Τζίμη Πανούση στην οικία του στο Παλαιό Ψυχικό για μια μεγάλη συνέντευξη που δημοσιεύεται στο αυριανό τεύχος του Downtown. Την ήθελα πολύ μία συνέντευξη με τον Πανούση και χαίρομαι που ήταν κεφάτος και ομιλητικός και είπαμε πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Κι επειδή στο περιοδικό χώρεσαν μόνο 2.000 λέξεις από τις 6.000 που βγήκε συνολικά η συνέντευξη, θα τη δείτε εδώ δημοσιευμένη σε καμιά δεκαριά μέρες. Παρεμπιπτόντως, την άνωθεν φώτο τράβηξε ο νέος συνεργάτης μου και συνεργάτης του Downtown, φωτογράφος Κοσμάς Κουμιανός.
Είχαμε όμως και πρεμιέρα για την Ώρα των πενήντα λεπτών στο θέατρο Αγγέλων Βήμα την Πέμπτη 3 του Νοέμβρη με πρώτη γκεστ την αγαπημένη Αφροδίτη Μάνου. Εξαιρετική και πολύ λυπάμαι που δεν είχαμε πολύ κόσμο, διότι πραγματικά ακούστηκαν όμορφες αλήθειες από την Αφροδίτη. Εδώ είμαστε με τη Μάνου, τον Γιάννη Φωρινιώτη και τον πιανίστα - συνθέτη Αντώνη Παπακων/νου.
Ο Φλωρινιώτης βρέθηκε στην Ώρα των πενήντα λεπτών κατευθείαν από το πάνω θέατρο, όπου παιζόταν η παράσταση Την λένε Εύα με τη φίλη του την Κουμαριανού. Μάλιστα, μέγας φαν του είναι και ο σκηνοθέτης - σεναριογράφος Παναγιώτης Ευαγγελίδης, ο οποίος κάθισε κι αυτός μετά κι απόλαυσε την Αφροδίτη Μάνου στην Ώρα των πενήντα λεπτών. Να μην παραλείψω να πω πώς ο Φλωρινιώτης στο τέλος αγκάλιασε θερμά τη Μάνου, ενώ δε σταμάτησε να με ευχαριστεί για τη σπάνια βραδιά που είχε την τύχη να παρακολουθήσει. Νά'ναι καλά ο άνθρωπος!
Ντουέτα με την Αφροδίτη Μάνου, αμέσως μόλις τελείωσε το δικό της μικρό πρόγραμμα, έκανε και ο συνάδελφος της, Βασίλης Γισδάκης. Τραγούδησαν μαζί Χατζιδάκι και η ''Οδός Ονείρων'' ήταν σίγουρα υπέροχη στιγμή!
Την Αφροδίτη συνόδευσαν στο πιάνο αρχικά ο Αντώνης Παπακων/νου και μετά ο συνθέτης και κοινός μας φίλος, Νίκος Πλατύραχος. Η ίδια ωστόσο έδωσε βήμα και σ' έναν άλλο συνθέτη που βρισκόταν στο κοινό, τον Δαμιανό Πάντα, ο οποίος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση της και έπαιξε μερικά τραγούδια από το δίσκο που έκαναν με τον Γισδάκη!
Εδώ το team της πρώτης Ώρας των πενήντα λεπτών σε απαρτία: Από αριστερά ο Νίκος Πλατύραχος, ο Δαμιανός Πάντας, η Αφροδίτη Μάνου, ο γράφων, η πιανίστρια Νάνσυ Κουγιουφά, ο Βασίλης Γισδάκης και ο Αντώνης Παπακων/νου.
Την επόμενη κιόλας μέρα έπρεπε να πάμε με τον Αντώνη Παπακων/νου ως το σπίτι της Τάνιας Τσανακλίδου, ετοιμάζοντας την Ώρα των πενήντα λεπτών της Πέμπτης 10 Νοεμβρίου!
Την ίδια μέρα που κυκλοφόρησε το Downtown με αφιέρωμα στη διεθνή Λένα Πλάτωνος και τα πρόσφατα γενέθλια της. Χάρηκε πολύ η Λένα που μπήκε στο Downtown, ''έγινα του εμπορικού κι εγώ'' μου είπε και γελάσαμε. ''Δεν είσαι η πρωτη'' της απάντησα και είχα δίκιο, εφόσον σε προηγούμενα τεύχη του έχουν φιλοξενηθεί ο Γιώργος Χρονάς, η Γιώτα Γιάννα και πολλοί ακόμη σημαντικοί καλλιτέχνες σε συνεντεύξεις τους στην αγαπημένη Φανή Πλατσατούρα. Δεν την αποκαλώ τυχαία ''αγαπημένη'' τη Φανή, αφού εκείνη ήταν που από τον περασμένο Ιανουάριο με είχε προτείνει να ενταχθώ στο συντακτικό team του Downtown. Την ευχαριστώ, λοιπόν, όπως πάντα δεν ξεχνώ να ευχαριστώ ανθρώπους που με έχουν οφελήσει στο χώρο αυτό ανιδιοτελώς και χωρίς καθόλου ανταγωνισμούς.
Σε αντίθεση με την πρώτη Ώρα των πενήντα λεπτών στο Αγγέλων Βήμα, η δεύτερη έσκισε από κόσμο! Σχεδόν 90 άτομα ήρθαν - δε χωρούσαν κι άλλοι δηλαδή - για να ακούσουν την Τάνια Τσανακλίδου σε μια ανοιχτή εξομολόγηση και σε λατρεμένα τραγούδια της, πάντα με τη συνοδία του Αντώνη Παπακων/νου στο πιάνο.
Άκρως επικοινωνιακή όπως πάντα η Τάνια επιβλήθηκε άνετα σε ένα κοινό που κρεμιόταν κυριολεκτικά από τα χείλη της. Έτσι, αφού δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της στη συνεδρία μας - όταν φτάσαμε στο ''κομμάτι'' με τον πατέρα της -, έκανε χιούμορ με το κοινό και μας καθήλωσε με το τραγούδισμα της: Οι Μοίρες και το Πάτωμα του Κραουνάκη, το Απ' τα κουμπάκια ανάμεσα του Κυπουργού, ακόμη και το θρυλικό Αν μ' αγαπάς του Σπανού.
Εκεί ήταν πάλι ο Βασίλης Γισδάκης, αλλά και η Ευσταθία, οι οποίοι τραγούδησαν μαζί με την Τσανακλίδου συνοδεία αυτή τη φορά του Γιάννη Παπαζαχαριάκη στην κιθάρα. Η Ευσταθία θά'ναι η επόμενη ασθενής μου στο Ντιβάνι του Ψυχαναλυτή την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου!
Καιρό είχα να δω και τον Γιώργη Χριστοδούλου, που με επισκέφτηκε στο καινούργιο μου διαμέρισμα και μου έφερε το εξαιρετικό βιβλίο - CD του, Ο Αττίκ στο Παρίσι, από τη Μικρή Άρκτο. Ο Γιώργης είναι αξιοθαύμαστος που παλεύει τόσα χρόνια δίχως την παραμικρή έκπτωση στην αισθητική του. Ακόμη δεν έχω προλάβει να ακούσω τη δουλειά αυτή, αλλά θα το κάνω με την πρώτη ευκαιρία και δεσμεύομαι να γράψω κιόλας!
Ολοκληρώθηκαν και τα γυρίσματα των κιν/φικών ''Ιερόσυλων'' της Μάρσας Μακρή με ένα μικρό ολονύχτιο συμπληρωματικό γύρισμα. Εκεί, σε ένα υποτιθέμενο χριστουγεννιάτικο δείπνο, μεσούσης της επταετίας, συνάντησα και τον άνδρα πρωταγωνιστή της ταινίας δίπλα στην πρωταγωνίστρια Λουκία Μιχαλοπούλου, τον μουσικό Blein L. Reininger. Υπολείπεται ακόμη ένα γύρισμα, νομίζω, μέχρι η ταινία να μπει στο μοντάζ.
Να και μια προχθεσινή μόλις φώτο: Η Εύα Κουμαριανού με τον Άρη Δημοκίδη, που μας τίμησε με την εκπομπή που μας έκανε στο amagi radio της Θεσ/νίκης. Ο Άρης, ως γνωστόν, ''τρέχει'' το site της LIFO και κατά υποκειμενική εκτίμηση ένα μεγάλο μέρος της πανελλήνιας απήχησης του site οφείλεται σ' αυτόν και τα...ξενύχτια του.
Κι εδώ η Εύα με τον Γιώργο Τσιτιρίδη που αγαπιούνται κι εγώ πάλι δεν ξεχνάω πως η παράσταση Την λένε Εύα χρωστάει πολλά σ' αυτόν με το free press Fagazine που εξέδιδε μια φορά κι ένα καιρό.
Τι όμορφα που ήταν στη Θεσ/νίκη, αν και γενικά όμορφη είναι η παρέα με την Κουμαριανού και το βιτριολικό αυτοσαρκαστικό χιούμορ της! Επόμενος σταθμός της περιοδείας μας το Ηράκλειο Κρήτης, αυτή την Κυριακή 20 του Νοέμβρη!
Μάλιστα, συνάντησα και τον ποιητή της Θεσσαλονίκης Άγγελο Ευθυμιάδη, ο οποίος είχε την καλωσύνη να μου χαρίσει δύο αντίτυπα της ποιητικής συλλογής του, ένα για μένα κι άλλο ένα για τη Λένα. Επίσης θα τον διαβάσω οσονούπω και θα γράψω, διότι τ' αξίζει λένε οι πηγές μου!
Αύριο, λοιπόν, Πέμπτη, του Πολυτεχνείου ανήμερα, κυκλοφορεί το Downtown με τη συνέντευξη του Τζίμη Πανούση. Έχω την αίσθηση ότι θα συζητηθεί, καθώς ο εκρηκτικός συνθέτης, ερμηνευτής και σόουμαν δε μάσησε για άλλη μια φορά τα λόγια του! Σας χαιρετώ και τα λέμε πάλι εν καιρώ!

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

ΣΥΝένΤεΥΞη ΜΕ Τον νΕο ΠΟΙητή ΜάΡΙΟ ΛΕΒένΤη


Γνωρίστε αυτόν τον νέο ποιητή. Λέγεται Μάριος Λεβέντης, ζει μόνιμα στην Κρήτη κι έχει μια μοναδική ευχέρεια, τόσο στον γραπτό (είτε πρόκειται για ποίηση, είτε για θέατρο), όσο και στον προφορικό λόγο. Η ''Δεύτερη Άνοιξη'' του μόλις κυκλοφόρησε από τον Γαβριηλίδη στην Αθήνα.

 «Μωβ με γκρι» ονομαζόταν το πρώτο θεατρικό έργο που γράψατε στα 18 σας. Τι σηματοδοτεί αυτή η επιλογή δύο ''πένθιμων'' χρωμάτων στον τίτλο;
Ναι, ήταν η  πρώτη δημόσια εμφάνιση της πένας μου. Και μάλιστα ο Θεός τα ταίριαξε τόσο όμορφα μεταξύ τους, ώστε να ξεκινήσω από το θέατρο,  όπως τόσο δυνατά  ονειρευόμουν. Και ήρθε το «Μωβ με γκρι». Και κάνω την πρώτη μου εμφάνιση στο θέατρο. Η επιλογή είναι βεβαίως συγκεκριμένη, γιατί στο θέατρο πρέπει να ξέρεις ακριβώς τι θέλεις να δώσεις στο κόσμο. Ο τίτλος του έργου, είναι ερμηνευτικός - αντιθετικός τίτλος. Τα χρώματα στο κείμενο, έχουν κατοχυρώσει τα δικαιώματα ενός δικού μου ορισμού, που σχετίζονται με την εξέλιξη του ήρωα, της ιστορίας του και με το μήνυμα που καλείται να στείλει το έργο. Και εδώ, σε αυτή την περίπτωση, έχουμε θέατρο σε έκδοση, που είναι πραγματικά πολύ δύσκολο. Γιατί ο συγγραφέας είναι μια μεικτή δύναμη, απ’ όλους τους συντελεστές. Δηλαδή, όταν έγραφα το έργο δεν ήμουν μόνο ο συγγραφέας του, ήμουν και ο σκηνοθέτης, ο ενδυματολόγος, ο σκηνογράφος. Είναι τεράστια η ευθύνη. Δεν έχεις περιθώρια να ξεφύγεις, ειδικά ότι υπογράφεις ένα είδος μονολόγου, του λόγιου θεάτρου, που πρέπει να ξεναγήσεις τους αναγνώστες μέσα στα γράμματα, τις παύσεις και τις οξείες και όχι απλώς να αρκεστείς στην εικόνα. Το έργο αυτό αποτέλεσε το αρχίγραμμα μου.
Για ποιο λόγο γράφετε θέατρο, ποίηση; Για ποιο λόγο γράφετε γενικά;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος λόγος.. Δεν το σκέφτομαι έτσι δηλαδή. Γεννήθηκε μαζί μου αυτή η ανάγκη Η τέχνη γενικότερα,  είναι η αποστολή μου για έναν κόσμο όχι ονειρεμένο, μα λίγο καλύτερο. Να κάνει λίγο,  πως γέρνει από ευαισθησία και ήθος και όχι να επαναπαύεται, απλώς  στην ύπαρξη του. Να ζήσει έντονα, στο κόκκινο όλα τα συναισθήματα. Τώρα πιο συγκεκριμένα το θέατρο είναι για μένα είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο, είναι η παρηγοριά μου, είναι το δεύτερο σπίτι μου. Τα έργα, οι ρόλοι, τα φώτα, η σκηνή είναι οι φίλοι μου. Που ξέρουν πολύ καλά ότι τους νοιάζομαι. Είμαι αφοσιωμένος στο θέατρο και σε αυτό που αναλαμβάνω.  Μου δίνει απίστευτη ενέργεια, και μια αθωότητα, που πάντα με ηρεμεί. Θυμάμαι πως ερωτεύτηκα, αμέσως αυτό το πορφυρό, θυμάμαι πως μύριζε το βελούδο, τις αφίσες και το ρεπερτόριο μιας εποχής,που δεν έζησα αλλά τη νοσταλγώ και τη λαχτάρα μου να πιάνω πάντα  πρώτη θέση,  για να μην χάνω ούτε βλέμμα της ερμηνείας. Πως θα μπορούσα λοιπόν να μην γράψω για το θέατρο; Όλο αυτό είχε μια απίστευτη ορμή. Ήθελα να του αφιερωθώ. Να του χαρίσω κομμάτια μου. Του το χρωστάω. Η ποίηση από την άλλη, είναι η οδός της ψυχής μου, του μυαλού και της καρδιάς μου. Είναι  η λύτρωση μου, η ανάγκη μου η απόλυτη, η δύναμη μου, ο ουρανός μου. Που με έσωσε και με σώζει. Είναι ένας άλλος κόσμος που μαθαίνεις να αντέχεις την πραγματικότητα, να αντέχεις τον εαυτό σου, τα λάθη και τις υπερβολές,  που τελικά καταφέρνεις να τα αγαπήσεις και να ζήσεις μαζί τους. Αυτό είναι φυσικά μια ατέρμονη και ψυχοφθόρα διαδικασία. Όπου κάθε φορά, είναι η πρώτη φορά. Με τις ίδιες συστάσεις και τον ίδιο σεβασμό. Είναι νομίζω, το πιο σημαντικό να σέβεσαι αυτό που κάνεις και τον εαυτό σου.

Συμφωνείτε πως η ποίηση, αν και εκτός της σκέψης, απαιτεί μόνο ένα στυλό κι ένα κομμάτι χαρτί, θεωρείται η ύψιστη των τεχνών;
Μα φυσικά! Με καρδιά και ψυχή σε ετοιμότητα βέβαια. Η ερώτηση είναι αρκετά λεπτή αλλά θα είμαι ειλικρινής. Έχω πάρα πολύ καλές σχέσεις με την σιωπή. Και με τις νότες το ίδιο. Λόγος όμως δεν είναι η προφορά, είναι και η σκέψη.  Λόγος πολλές φορές εννοείται η «ψυχή». Δεν ξέρω πως θα ήμασταν  χωρίς λέξεις. Ναι, θεωρώ την ποίηση ύψιστη των τεχνών. Με την ποίηση μπορείς να μεταφράσεις το μέσα σου. Είναι ανάγκη όλων μας αυτό. Κάποιοι είναι πρόωροι και κάποιοι καθυστερούν να το καταλάβουν. Σκεφτείτε μόνο, πως σε μια δύσκολη στιγμή ένας ποιητής μας γλιτώνει, και λένε «μα πόσο επίκαιροι και πόσο επίκαιροι;…« Μα είναι αλήθεια, πώς να γίνει. Στον έρωτά ποιήματα, στον πόλεμο ποιήματα, στο δίκιο μας ποιήματα, συνθήματα… Η ίδια η ζωή είναι ένα ποίημα.

Διαθέτετε μία τρομερή ευχέρεια τόσο στον γραπτό, όσο και στον προφορικό λόγο. Πώς το καταφέρνει αυτό ένας άνθρωπος που μόλις βγήκε απ' την εφηβεία;
Σας ευχαριστώ πολύ. Και μέσα στην εφηβεία το ίδιο ίσχυε. Είχα ταχύτατη ωρίμανση που μου την πρόσφερε μια δύσκολη ζωή. Η ζωή είναι μνήμη.
Θα ήθελα να μου πείτε μερικά βιβλία που σας έχουν καθορίσει και γιατί.
Νομίζω ότι η ίδια η γλώσσα μου μ’ έχει καθορίσει. Λατρεύω κάθε τι ελληνικό. Και εδώ μιας και μου δίδεται η ευκαιρία. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο σημερινός άνθρωπος διεγείρεται τόσο πολύ από ξενόφερτο. Και γίνονται συχνά πολλά μπάμ. Στην Ελλάδα οι δημιουργοί και καλλιτέχνες έχουν μια απίστευτη σεμνότητα. Ίσως αυτή μας κρατάει μέσα.  Έχωξενυχτήσει, διαβάζοντας πολλά θεατρικά και ποιητικές συλλογές. Εκτιμώ πολύ τους «αδικημένους ποιητές» , τα καλά νεοελληνικά έργα. Κωμωδία θα διαβάσω σπάνια. Συνήθως επιλέγω δραματικά έργα. Έχω μεγάλη αδυναμία στον Σαίξπηρ και στο κλασσικό ρεπερτόριο. Και στην ποίηση αγαπώ πολύ τον Γκάτσο και τον Καρυωτάκη. Επίσης θαυμάζω το αρχαίο Ελληνικό δράμα.
Στην ποιητική ''Δεύτερη Άνοιξη'' σας, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες, αναζητάτε απελπισμένα την Αγάπη σε όλες τις μορφές της. Θεωρείτε ότι είναι τόσο δύσκολη η απόκτηση της ώστε να την ''εξορκίζετε'' με ποιήματα;
Τι να την κάνεις μια ζωή,  χωρίς αγάπη. Είναι πολύ δύσκολη.  Θέλει καθημερινή εξάσκηση, είναι σαν ένα άθλημα: αν το αφήσεις, σε αφήνει... Σ’ ένα δοκίμιο μου είχα γράψει «Να αγωνίζεσαι να αγαπάς. Ο πιο δύσκολος αγώνας η αγάπη. Δεν δίνει απάντηση. Υπάρχει, καραδοκεί και αγωνιά. Τόσο διακριτική. Η πιο ήσυχη ανάγκη μας και η πιο ασφαλής. Μορφωμένη επιβίωση, αυτό είν’ η αγάπη» Στα ποιήματα γδύνεται η ανάγκη μας, να αγαπήσουμε και ν’ αγαπηθούμε απόλυτα.
Άνθρωποι που ζουν έξω από τα τετριμμένα, με όποιο κόστος, μπορούν να γίνουν μεγάλοι καλλιτέχνες; Πιστεύετε πως αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η γραφή σας είναι και τόσο ιδιαίτερη;
Νομίζω ο χρόνος που έχουν να κατανοήσουν τη ζωή. Να την κατανοήσουν ουσιαστικά όμως και να τη ζήσουν και καλύτερο δυνατό τρόπο. Είναι μοναδική. Είναι μια συνάντηση. Το κόστος νομίζω  είναι, ότι τους απορροφά αυτό το «δούναι – λαβείν»,  έχοντας στο μυαλό τους, ότι έχουν αναλάβει να κάνουν τη ζωή του κόσμου καλύτερη και ξεχνάνε πίσω τον εαυτό τους. Το έχω βιώσει και ο ίδιος. Ίσως γι αυτό και γιατί δεν μου χαρίστηκε τίποτα, πάντα μόνος έγραφα την δύναμη μου.
 Σας ενοχλεί η υπερπροβολή των ίδιων και των ίδιων, που λέμε, στον τομέα της τέχνης, είτε πρόκειται για λογοτεχνία, είτε για τραγούδι κλπ;
Ναι με ενοχλεί πάρα πολύ. Διότι μ’ αυτόν τρόπο σκοτώνουν την συνέχεια της τέχνης, την απορρίπτουν με τον χειρότερο τρόπο. Λέγοντας τους νέους αντιεμπορικούς και με το μικρό τους γιατί δεν είναι ονόματα. Αυτό που πρέπει να προβάλλεται, είναι το έργο, όχι το όνομα. «Το τι είμαι και τι θα γίνω», αποδεικνύεται καθαρά με το έργο του καθένα.. Εντάξει υπήρξαν σπουδαίοι ποιητές, με υπέροχο υπόβαθρο, αλλά φτάνει πια. Η ιστορία συνεχίζεται, δεν τελειώνει εκεί το έργο. Είμαστε πάρα πολύ νέοι και κηδευόμαστε με το χώμα των ήδη περασμένων. Αυτό είναι άδικο και με θίγει. Εγώ ξεκίνησα μόνος, με κενό βιογραφικό και βγήκα στον χώρο, προτού καν μπω στο Πανεπιστήμιο  και χτίσω συνεργασίες με ονόματα που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν. Μα δεν έγινε. Αυτό τι σημαίνει, ότι το ταλέντο και το πείσμα μου με οδήγησαν στην λογοτεχνία και το θέατρο. Βγήκα μόνος δηλαδή επάνω. Και προσπαθώ να έχω μια αξιόλογη πορεία. Υπήρξαν πολλοί που τους ανέδειξαν κυκλώματα, Medea και δεν ξέρω τι άλλο. Εγώ ήθελα, να δώσω στον κόσμο πράγματα ουσιαστικά, που θα πάνε την ζωή τους ένα βήμα παρακάτω, χωρίς να τους ανεβάζω σε ροζ συννεφάκια.  Γι αυτό με μαλώνω συχνά και είμαι πολύ απαιτητικός από τον εαυτό μου.
Στο τραγούδι τι να συζητήσουμε. Εγώ ένα νταπντουπ, ακούω μονίμως και στίχους καθόλου εμπνευσμένους. Θέλω να πιστεύω πως είναι μια μόδα που ήρθε και θα φύγει. Μα νομίζω πως εδώ συμβαίνει το αντίθετο: Πολλοί νέοι ,με άλλα προσόντα εικόνας ίσως και όχι φωνής και αισθητικής. Μπορείς να ξεχάσεις τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι; τον Πλέσσα, τον Ξαρκάκο; Όχι…. ποιος να συγκριθεί μαζί τους …;και ο Πάριος με συντροφεύει πολλά δειλινά. Είμαι παλιάς σχολής σ’ αυτά τα γούστα.
Υπάρχει εμπιστοσύνη σήμερα στους νέους καλλιτέχνες;
Νομίζω ότι κάτι πάει να γίνει. Δεν είμαι σίγουρος αν επρόκειτο για εμπιστοσύνη ή για ένα ρίσκο. Υπάρχει αβεβαιότητα σε κάθε τι νέο. Στο θέατρο γίνονται εξαιρετικά πράγματα από νέους, πολλοί εμπνευσμένους σκηνοθέτες,συναδέλφους και ηθοποιούς. Στην λογοτεχνία νομίζω είναι πιο σφιχτά τα πράγματα. Είμαι για Τρίτη χρονιά στο χώρο και βλέπω ότι υπάρχει πολύ μεγάλο υλικό, αλλά συνήθως θέλει και το κατάλληλο φόντο, αν τα έχεις δουλέψει και τα δυο σου λένε «Προχωράμε!». Αλλά όπως και να ‘χει,  χρειαζόμαστε πολύ,  το νέο αίμα ιδεών. Πρέπει να το εμπιστευτούν, αξίζει.
Ζείτε μόνιμα στην Κρήτη. Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα για σας αν ζούσατε στην Αθήνα; Αναφέρομαι σαφώς στην εξέλιξη της πορείας σας.
Δεν το συζητώ καθόλου. Εδώ δεν υπάρχουν τα φώτα της Αθήνας. Είναι πολύ μαζεμένες οι ευκαιρίες και δεν κερδίζεις «μετοχές». Η Αθήνα,  είναι για μένα «Η πόλη της τέχνης» Κρύβω  έναν μεγάλο αθηναϊκό αέρα. Άλλωστε την καριέρα μου ,την ξεκίνησα και την συνεχίζω στην Αθήνα.
Στο ποίημα ''Άγνωστοι καιροί'' μιλάτε για τη ''φτώχεια της εποχής''. Αναρωτιέμαι αν μπορείτε να γίνετε πολύ – πολύ συγκεκριμένος...
Η φράση που επιλέξατε είναι από ένα άκρως ερωτικό ποίημα, ανεκπλήρωτου όμως , έρωτος. Και πόσα δεν κάνουμε, για έναν αυθεντικό έρωτα; Που είναι πιο πολλές οι πληγές του, απ’ τα φιλιά του;  Η εποχή μας είναι σκληρή, αναιδής και θεατρίνα. Είναι οικτρά φτωχή σε συναισθήματα. Ο αφηγητής στο ποίημα, εκφράζει την θυσία και συνάμα το κενό που νοιώθει, για να κατορθώσει να αισθανθεί, αυτό που πόθησε. Σήμερα έχουμε παραιτηθεί, δε θέλουμε μάλλον να νοιώσουμε ο ένας στον άλλο.
 Η ποίηση σας θυμίζει, κατά υποκειμενική εκτίμηση, τη στιχουργική ενός Γκάτσου. Έχει ''περάσει'' το τραγούδι στα ποιήματα σας;
Είμαι μεγάλη η τιμή μου, να με συγκρίνεται με έναν σπουδαίο άνθρωπο και ποιητή όπως υπήρξε ο Νίκος Γκάτσος. Ναι, έχει περάσει. Γράφω και παραδοσιακά κι αυτό έχει μιαν άλλη γλύκα από την μοντέρνα ποίηση. Στη συλλογή υπάρχουν πάρα πολλά ποιήματα, που θα μπορούσαν να γίνουν τραγούδια.
 Στο ''Φεγγαριού τραγούδια'' λέτε ''αλήτης έφηβος γυρνώ''. Η ''αλητεία'' έχει νόημα και παύει να’ ναι καταδικαστέα μόνο μέσω της αναζήτησης της αγάπης;
Εδώ βέβαια μιλάω για την αλητεία της καρδιάς, απέναντι στηνλογική. Την δύσκολη σύγκρουση και τον συμβιβασμό ή καλύτερα την αποδοχή.. Εδώ συμβαίνει για τις ανάγκες της έμπνευσης ή την αίσθηση της στιγμής που το έγραψα. Έφηβοι είμαστε συνήθως πιο επαναστατικοί.  Όχι μόνον, Η αλητεία έχει νόημα και είναι καλό να υπάρχει, όπως και τα πάθη μας. Αρκεί να ξέρεις που σταματάς. Το ποίημα αυτό είναι ένα απ’ τα τραγούδια της «άνοιξης…»
Περιγράψτε μου ένα 24ωρο από τη ζωή σας, από την ώρα που ανοίγετε τα μάτια σας μέχρι την ώρα που θα πέσετε για ύπνο ενδεχομένως κουρασμένος.
Εντάξει υπάρχουν κάποια βασικά πράγματα, που γίνονται αλλά γενικά είμαι απρόβλεπτος, όπως η ζωή. Δεν μου αρέσουν  τα προγραμματισμένα. Η ζωή με πάει μόνη της. Το λιμάνι μου είναι το γραφείο μου, όπου με βρίσκουν οι περισσότερες ώρες της ημέρας. Παρέα με το άρωμα του καφέ ή του ποτού που ανεβαίνει προς τα πάνω. και οι στάχτες του απολογισμού στον εαυτό μου. Δουλεύω σκληρά με την ψυχή μου και με τις αντοχές μου. Και πριν καλά – καλά κοιτάξω το παράθυρο, έχει κιόλας νυχτώσει. Κι εκείνη την ώρα,  κλείνω συνήθως ραντεβού με την έμπνευση. Τα λέμε μέχρι τα ξημερώματα…
''Ποίημα στο Θεό'' λέγεται ένα άλλο ποίημα σας. Υπάρχει έντονη ανάγκη, πιστεύετε, για την παρουσία ενός Θεού στη ζωή των ανθρώπων;
Υπάρχουν πολλές απόψεις, πολλές διαφορές, όπως και υπερβολές , γύρω από το θέμα της Πίστης μας στο Θεό. Εγώ είμαι άνθρωπος που πιστεύω πολύ. Απόλυτα και χωρίς ανασφάλεια. Και προσπαθώ να το φανερώνω και στις διαπροσωπικές μου σχέσεις και στο έργο μου. «Η Δεύτερη Άνοιξη» είναι εκείνο το φως που είδα όταν άνοιξα πρώτη φορά τα μάτια μου. Αυτό δεν είναι πίστη βαθιά; Ότι δεν φοβάμαι τον θάνατο; Εγώ δεν ξέρω αν μπορούσα να ζήσω χωρίς ταυτότητα. Και θέλω ένα κόσμο να πιστεύει. Με τον τρόπο του. Όμως τα δέχομαι όλα, γιατί αυτά που είναι πολύ προσωπικά θέματα. Από κει και πέρα  η πίστη μπορεί να σου φανερώσει τα λάθη σου.. Ένας άνθρωπος που αρνείται συστηματικά, είμαι οφθαλμοφανές ότι φοβάται τον εαυτό του. Ναι, ο κόσμος θα ήταν καλύτερος γιατί η πίστη, σου προσδίδει κι ένα κάποιο μέτρο κι ενοχές που μπορούν να αποδειχτούν ευεργετικές. Εγώ προσεύχομαι και ελπίζω για μια γεμάτη ζωή, με τ’ όνειρο να περιμένει πάντα, να με πάρει από το χέρι…